Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Παρουσίαση συμμετοχών του 1ου ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ BONSAISTORIES: ¨ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ ¨ - Σοφοκλής Ρόκος



...ακολουθώντας την χρονική σειρά των διηγημάτων που έχουν κατατεθεί στην ιστοσελίδα bonsaistories.gr, σας παρουσιάζω το διήγημα με τον τίτλο ¨ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ ¨ -  Σοφοκλής Ρόκος. Μπορείτε να ψηφίσετε αφήνοντας απλά το σχόλιο με την άποψη σας επισκεπτόμενοι την ιστοσελίδα bonsaistories.gr .-Δίνεται παραπομπή γι’ αυτό και στο παρόν άρθρο.-

«ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ » -  Σοφοκλής Ρόκος


Κάθε φορά το ίδιο πάντα. Μόλις παρατούσε το ξύλινο κυκλάκι του και πήδαγε στον πάτο, εκείνη πηδούσε και σκαρφάλωνε στο βουναλάκι με τα σκατά τους που τα μάζευαν χρόνια τώρα σε μια γωνίτσα. ΄Ηταν βέβαια ουσιαστική αυτή η δουλειά, αν δεν τα μάζευαν κινδύνευαν να πνιγούν, δεν έπρεπε να καταλάβουν οι ακαθαρσίες όλη την επιφάνεια, γιατί θα πλάνταζαν στο τέλος.

 Πάντως, ακόμη το μουσούδι του έτρεμε όταν πλησίαζε προς τη μεριά της. Κι εκείνη μάζευε τα ποδαράκια της και το σώμα, μια τόση δα μπαλίτσα γινόταν και τον κοιτούσε με εκείνα τα μάτια που θύμιζαν κάτι αστραφτερό χωρίς να είναι. Κάποιος ερχόταν αραιά και πού, άνοιγε την πορτούλα και έχωνε μέσα ένα κουπάκι με τροφή. Το άδειαζε στη γωνιά μέσα στην ταΐστρα και έπειτα το ξανάκλεινε βιαστικά. Μην το σκάσουμε φοβούνται; Χα, κι ανοιχτό που το ξέχασαν μια μέρα δεν κουνήθηκε κανείς, μόνο κουλουριάστηκαν πιο πολύ μην τύχει και περάσει από το μυαλό τους ότι μπορεί κανείς να το σκάσει. Να πάει πού;

Τηλέφωνο μηνύματα μου λείπεις δεν μπορώ να ζήσω χωρίς έχω να κοιτάξω κάνε πιο κει θέλω δε θέλω φτιάξε και μια για μένα κάνε ότι δεν μπορώ πάψε φύγε το παιδί φτιάξτο εσυ φαγητό γλιστρώντας πάνω στις μύξες του δώσε μια και γλίστρησε πάνω στο μέλι παρέα με τα αιχμαλωτισμένα μερμήγκια στη ζάχαρη σαν τους Δουβλινέζους κάνε μια και πήδα απ’ έξω.

Μια μέρα μπορεί και να έβρεχε, μα δεν ακουγόταν και δε φαινόταν, είχε τη φαεινή ιδέα να της πετάξει ένα κομματάκι άχυρο στη μούρη, υγρό άχυρο ίσως και από κάτουρο βρεμμένο. Εκείνη δεν αντέδρασε, μόνο που το άφησε να πέσει κάτω σαν να μην υπήρχε. Πέταξε κι άλλο τότε αυτός, κι άλλο κι άλλο και σε λίγο σήκωσε πολλά μαζί και της τα πέταξε κατάμουτρα λες και τη μισούσε. Στεκόταν ακίνητη. Μπορεί και να πέθανε σκέφτηκε και δεν τον ένοιαξε για μερικά δευτερόλεπτα. Νεκρή, αυτό ήταν, νεκρή.


Για την συνέχεια της ιστορίας και συμμετοχή με σχόλιο στον διαγωνισμό πατήστε ΕΔΩ