Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Καλημέρα Έρωτα. Γράμμα πρώτο. Ημέρα Κυριακή.



 Καλημέρα Φώς μου.
 
….κι ήσουν εσύ που τόλμησες ν’ αφήσεις τα κρύα χέρια μου ν’ αγγίξουν το πρόσωπό σου. Δεν ήξερα τι αίσθηση έχει το χαμόγελο, ούτε μάντευα την πραγματική γεύση ενός φιλιού. Μ’ έδωσες τ’ όνειρο για να ζωγραφίσω την γή και τους ουρανούς στο σώμα σου που έγινε χαρτί, μα χάθηκα. 


Έγινα το γέλιο στη λύπη σου και κράτησα στα δάχτυλα το δάκρυ σου που το έκανα δικό μου, σα μελάνι να το σχηματίζω στ’ αστέρια και σαν λίμνη μέσα του να ζητώ παρηγοριά. Ξύπνησα στο πρωινό φιλί σου περιμένοντας ως το βράδυ που θα ξανακοιμηθούμε αγκαλιά. 

Κι είναι η προσμονή θάνατος.

Κι είναι η αντάμωση σαν θάλασσα που όλο γυρνάει και ξεσπά στα βράχια σβήνοντας τ’ αστέρια που πατώ για να βρεθώ σ’ εσένα. 

Κι είναι η γεύση απ’ τα φιλιά σου αρμυρή γιατί τις νύχτες ταξιδεύεις με την αγκαλιά μου σε κόσμους της θάλασσας και τ’ ουρανού, ξυπνώντας με Αγγέλους και Ξωτικά να σε κοιτούν, με τη σιωπή και τον αγέρα να σου τραγουδούν, όπως εάν όλ’ αυτά ήταν ένα γλυκό, υπέροχο παραμύθι….

© Θεόφιλος Γιαννόπουλος