Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Ξέρεις τι είναι να απλώνεις το χέρι Στο Θεό και να στο φτύνει ο Διάολος;



                                (Φωτογραφία: Στράτος Γιαννόπουλος)        

Σου θυμώνω Ελπίδα μου και σαν παιδί σε εκδικούμαι. Μου πήρες την νιότη μου και την έκανες αριθμό, σκάλισες πάνω μου όσα σου χρωστώ και με περιφέρεις σα ζητιάνο στην ίδια μου την  χώρα, να με περιγελούν και να με λυπούνται αυτοί που αγοράζουν τις ψυχές μας τοις μετρητοίς.. Τι θα πω στο παιδί μου; Πώς να απολογηθώ στη γενιά που βλασταίνει; Και γιατί πρέπει να δεχτώ αγόγγυστα ως δεδομένη την συγνώμη που ποτέ δεν βγήκε από τα σώψυχα σας;


Γιατί φεύγεις όταν γονατίζω και πώς μπορείς να επιστρέφεις ανέμελα όταν τα πάντα έχουν τελειώσει;


Σε λέω Ελπίδα, μα ποτέ δεν μου έδωσες κουράγιο ν’ ανασάνω. Μ’ έφθειρες με τα πένθιμα μονόστηλα στις αγγελίες ευρέσεως εργασίας των εφημερίδων και στις κυβερνητικές εξαγγελίες που καμιά από αυτές δεν κοίταξε κατάματα την κατήφεια των Ανθρώπων. Έστω, σαν αναγνώριση για την τιμή που χάσαμε καθώς χαμήλωνε το βλέμμα. Με βάρυνες με υποσχέσεις πως τα πτυχία θα με κάνουνε χρήσιμο , μα πόσο χρήσιμη είναι μια φωνή με τη θηλιά στο λαιμό;

Έγινα κραυγή και μην κωφεύεις.

Έκρυψα στην χούφτα μου την υπομονή κι αφέθηκα στο σκοτάδι του κόσμου μέχρι  να πετρώσουν τα φτερά μου στην απεραντοσύνη της ερήμου που σμιλεύει εδώ και χρόνια τις σιωπηλές πόλεις..Όλες εκείνες που άγρια νομοθέτησαν στο όνομα της  Ελευθερίας μας οι Ξένοι και πού άλλοτε σα δεδομένο κομμάτι γής την παραπετάξαμε στο παρελθόν μας όλοι εμείς οι γνωστικοί. Με τον καιρό έμαθα κι εγώ να ζω συντροφιά με τους χρυσούς Ανθρώπους-Αγάλματα και τις Ερινύες, που σαν αυστηρές σιωπές τριβελίζουν απ’ την αρχή των χρόνων μου τις ατέρμονες σκέψεις για την ζωή και τον θάνατο. Μα το «εγώ» μου δε βρίσκει απάντηση να ξαποστάσει κι όλο  γιγαντώνει ψηλαφώντας τα σπαράγματα τις μνήμης που θυμίζουν τα ανεξίτηλα απ’ τον ιδρώτα, περασμένα χρόνια.


Δεν θυμάμαι πόσο καιρό μου πήρε, μα στο τέλος έμεινα κουρασμένος, εξαντλημένος, παραδομένος σε όλ’ αυτά κι  έγειρα στο προσκεφάλι μου αμέριμνος, κοιτώντας ουρανό και σεργιανώντας νωχελικά στα σοκάκια της Μοίρας που με οδήγησαν εδώ…

…και το «εδω» είναι μέσα σου, γύρω σου..ο φτωχός που καίει τα δέντρα της αυλής να ζεσταθεί και που ψάχνει στα σκουπίδια να ταΐσει τους δικούς του.


Έχω το θάρρος να τα λέω, κι όποιος με κατηγορεί γι’ αυτό ας σωπάσει. Δεν είχα άλλη επιλογή. Η συμπόνια φέρνει λύπηση και εγώ ακόμη αποζητώ την περηφάνια μου δίχως συγνώμες και προσχήματα. Φτάνει με τα διλλήματα σας. Προδόθηκα μια φορά από τις σκέψεις μου κι απέμεινα από τότε για πάντα φτωχός με προίκα τις λέξεις.

… και ψάχνω φωνή…

 Μ’ ακούς;

Η Μοίρα είναι αδίστακτη. Σ’ ευλογά και σε καταριέται με χαρά και ειρωνεία. Σε κανέναν δεν χρωστά και γι’ αυτό με θράσος ελεύθερα τιμωρεί. Και τα λέω εγώ που έχω χαθεί μέσα σε κανόνες και όνειρα, περιφρονημένος και τιμημένος κι απ’ τα δύο σα μαριονέτα. Άγνωστο για πόσο , άγνωστο γιατί….

Ξέρεις τι είναι να απλώνεις το χέρι Στο Θεό και να στο φτύνει ο Διάολος;

Με τα νύχια κρατιέμαι στη ζωή. Έμεινα νύχτες ολόκληρες στην θάλασσα της μοναξιάς, της αμφιβολίας και της απόρριψης , ζητώντας όλο και πιο πολλά από τον εαυτό μου, τρέφοντας την αναπνοή μου με την ομορφιά των ονείρων και την απουσία των ανθρώπων που σεβάστηκα. Κανένας δεν απόμεινε στο κατώφλι μου για να με προϋπαντήσει μ’ αθώα μάτια. Φυλάγομαι. Μα ο Ιούδας δεν έχει πρόσωπο.

…άραγε μ’ ακούς;

Η ψυχή μου έσπασε και βγαίνει από τα μάτια…

©Θεόφιλος Γιαννόπουλος