Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Μέρες Πολυτεχνείου...


Μέρες Πολυτεχνείου

Είναι για τους χρόνους που βογκούν ακόμα
και για τα διπρόσωπα λόγια
που δεν βρέθηκε ακόμη αλήθεια να τα ξεπλύνει

λίγες μόνο λέξεις
λίγες…

μόνο θάρρος και οράματα ας υπάρξουν μετά
κι ο αγέρας θα φυσήξει ελεύθερος

Θα ‘τανε χρόνια πριν
στις μέρες εκείνες που πεθαίναν Ποιητές
σιωπηλά μα δίχως φόβο
μιας και ο τόπος τους ξένος
κι η Πατρίδα ξενιτεμένη αλλού
με χαρακιές στο μέτωπο
και ξεραμένο λουλούδι στην παλάμη
μοιρασμένο σε κομμάτια γης από δαφνόφυλλα
μονολογώντας τους χρησμούς που μας αγιάσαν
κι έχοντας στο κατόπι φίλο πιστό
της προσμονής το αγέραστο σκυλί του Οδυσσέα

Έρημες οι πόλεις
παντού παράθυρα κλειστά και φωνές πιο σιγανές
μόνο τα παιδιά στην αυλή απέμειναν να πετροβολούν τον Θάνατο
μα τούτος δε φεύγει
σπέρνοντας σιμά του πεισμωμένες κραυγές πληγωμένων

κι ήταν οι καρδιές  τους καθαρές
με πάνω τους ταμένα κεριά και μοιρολόγια
που τρεμόσβηναν καθώς ο στερνός Ποιητής
σε σιδερένιο σταυρό
καρφωνόταν σαν Ήλιος

μα οι νέοι κλάψανε
μα οι νέοι ορκιστήκαν
κι ένα γινάτι λευτεριάς γιόμισε θάλασσα τους δρόμους
εξοστρακίζοντας δόλιους καιρούς
κι άγονους δαίμονες
στ' ανάθεμα της σκιώδους ιστορίας

Μύριζε Άνοιξη κι ας ήτανε Νοέμβρης
κάτι αχυρένια σώματα ξεπρόβαλαν στα μπαλκόνια
μονάχα για να δουν
και στο βλέμμα τους παρήλαυναν θαρρείς λαοί χαρούμενοι
με τα χάδια στους ώμους και τον καπνό στην ανάσα
προδομένοι από πριν
και ξέγνοιαστοι γι’ αυτό

Κι έτσι αψήφιστα
φυλάκισαν το χέρι του Πόνου ξορκίζοντας το δάκρυ
κι αφού αποκαθήλωσαν τον Ποιητή
απίθωσαν το αίμα του ευλαβικά
στ' αγαλμάτινα θεμέλια του κόσμου
μοιράζοντας ταπεινά τον επιθανάτιο του ρόγχο
ωσάν αντίδωρο αγνό στις γενιές που θ' ανθίσουν
μιας και η δημοκρατία της Ψυχής
θέλγει θυσίες
σε πέτρες κοφτερών διλλημάτων τ' αληθινό να ισορροπήσεις
ξοδεύοντας τη νιότη σου
σε χνώτα πεινασμένα απ' όνειρα
γιατί πριν να φορέσεις τα λευκά σου φτερά
μάρτυρας αγνός πρέπει να γίνεις....

(Θεόφιλος Γιαννόπουλος©)