Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

"Το κλειδί του Παραδείσου" - Θεόφιλος Γιαννόπουλος

Το κλειδί του Παραδείσου

Ήταν αρχές Ιούλη όταν έλαβα την αινιγματική επιστολή από το συμβολαιογραφικό γραφείο κάποιου κυρίου «Ιωάννη Γριπιώτη». Πριν την ανοίξω το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στην σφραγίδα με τ’ αρχικά «Δ.Θ.» που σαν παλιό βουλοκέρι κρατούσε τον φάκελο κλειστό και ασφαλή στα χέρια μου. Όμως όλες οι έγνοιες μου έσβησαν μονομιάς σαν ξεδίπλωσα το χαρτί και διάβασα πως ο αποστολέας μ’ ενημέρωνε ότι:
 
«Κύριε Γεώργιε Αργυρόπουλε
 
Παρακαλούμε όπως προσέλθετε το συντομότερο στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ερμούπολη Σύρου, για να διευθετήσουμε την αποδοχή της κληρονομιάς που σας άφησε ο εκλιπόντας θείος σας κύριος Άγγελος Αργυρόπουλος.
Θ’ ανταμώσουμε ένα απόγευμα στο φως της εικόνας.
 
Ιωάννης Γριπιώτης – Συμβολαιογράφος»
Σάστισα τόσο για το θλιβερό νέο του θανάτου του συγγενή μου όσο και για τους περίεργους όρους συνάντησης με σκοπό την κατοχύρωση της περιουσίας. «Μα γιατί στην εκκλησία και όχι στο γραφείο του;» , μονολόγησα. Τηλεφώνησα αμέσως στις πληροφορίες για ν’ αποκομίσω το τηλέφωνο του, μα ήταν άδικος κόπος. Δεν υπήρχε πουθενά καταγεγραμμένος συμβολαιογράφος με το δικό του όνομα που να ζει στη Σύρο! Μελέτησα προσεχτικά το γράμμα. Είχε την σφραγίδα των ΕΛΤΑ ενός νησιού που ποτέ στην ζωή μου δεν είχα επισκεφτεί. Τ’ αποφάσισα άμεσα: «Δεν έχω κάτι να χάσω, θα πάω!», είπα και μές σε λίγες στιγμές είχα ήδη ετοιμάσει την βαλίτσα κλείνοντας το εισιτήριο μου για την αυριανή πτήση.
 
Στο διάστημα του ταξιδιού μου αναλογιζόμουν το αναπάντεχο αυτό νέο από έναν θείο που στα 35 χρόνια της ζωής μου ουδέποτε είχα δεί ή συναντήσει. Γνώριζα μόνο πως μετοίκισε προ καιρού στην Ισπανία και ότι στο οικογενειακό μας δέντρο ήταν πολλοί αυτοί που ανά τους αιώνες τους παρέσερνε σαν Σειρήνα ο αγέρας εκείνης της χώρας. Άγνωστος ο λόγος. Άγνωστο το γιατί.
Η πτήση μου φάνηκε πολύ σύντομη. Βοήθησαν σ’ αυτό και οι ατελείωτες υποθέσεις για το τι θα συναντήσω. Ήταν απόγευμα , πατούσα Σύρο και σε λίγο θα είχα τις απαντήσεις μου.
 
Ή έστω έτσι πίστευα.
 
Πήρα το πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου, άφησα τα πράγματα μου στο ξενοδοχείο κι από τον ομιλητικότατο οδηγό έμαθα πως η εν λόγο εκκλησία που κατευθυνόμασταν χτίστηκε το 1828 από Ψαριανούς εποίκους. Μάλιστα μου είπε περήφανα ότι ανάμεσα στις άγιες εικόνες συγκαταλέγεται και αυτή της Κοίμησης της Θεοτόκου δια χειρός Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Εκ πρώτης όψεως μια αδιάφορη πληροφορία πού όμως μετέπειτα αποδείχτηκε τόσο πολύτιμη.
 
Μόλις μπήκα στο εσωτερικό της το βλέμμα μου έπεσε αμέσως στους κίονες που ήταν βαμμένοι με τρόπο που μιμούνταν το μάρμαρο καθώς και στον σκελετότων θόλων που έμοιαζε με αναποδογυρισμένο σκαρί πλοίου.
 
Βημάτισα εντός του ναού και τότε ήταν που το είδα να συμβαίνει: Οι ακτίνες που έμπαιναν απ‘ το τζάμι εστίαζαν και φώτιζαν μονάχα εκείνη την ιδιαίτερη εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου! Στάθηκα μπρός της με δέος, έκανα τον σταυρό μου και την φίλησα αφήνοντας έπειτα τη σιωπή μου να περιπλανηθεί στις μορφές των Αγίων. Σε λίγο διέκρινα την υπογραφή του ζωγράφου στην βάση του μεσαίου κηροπηγίου με τις λέξεις ¨ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΔΕΙΞΑΣ¨. Και κάτω, στην γωνία της εικόνας, κάποιος είχε αφήσει έναν μικρό κλειστό φάκελο με την γνώριμη σφραγίδα της επιστολής που κατείχα.
 
«Θ’ ανταμώσουμε ένα απόγευμα στο φως της εικόνας», επανέλαβα ψιθυριστά ζώντας το νόημα των λέξεων του άγνωστου συμβολαιογράφου. Μα γύρω μου καμιά ψυχή, μόνο τούτο το γράμμα. Το τράβηξα απ’ την θέση του και γυρνώντας το, διάβασα μ’ έκπληξη τ’ όνομά μου: «Προς Γεώργιο Αργυρόπουλο». Ήταν βαρύ, είχε κάτι μεταλλικό μέσα του.
 
Φούντωσαν μέσα μου τα ερωτηματικά: «Μα ποιος φυσιολογικό άνθρωπος θα επικοινωνούσε μαζί μου μ’ αυτό τον τρόπο;».
 
Η περιέργεια ν’ ανοίξω με ασφάλεια αυτό το περίεργο «ραβασάκι» ήταν μεγάλη. Αναχώρησα προς το ξενοδοχείο. Μόλις μπήκα στο δωμάτιο δεν κρατήθηκα, σχεδόν το έσκισα καθώς το άνοιγα. Μου αποκαλύφθηκε αμέσως ένα κλειδί που έστεκε στο εσωτερικό ενός διπλωμένου χαρτιού. Τ’ άνοιξα και διάβασα:
 
Παρακαλώ κατευθυνθείτε στο λιμάνι του Ηρακλείου Κρήτης. Στα οικεία ΕΛΤΑ της πόλης επισκεφθείτε την ταχυδρομική θυρίδα νούμερο…. που ανήκει στους “Γεώργιος Σιδέρης-Γεώργιος Αργυρόπουλος”. Ανοίξτε την μ’ αυτό το κλειδί. Ότι  υπάρχει εκεί είναι δικό σας.
ΥΓ. Ελπίζω να δραστηριοποίησε κάπως την μνήμη σας η συνάντησή με το έργο του ζωγράφου Θεοτοκόπουλου.
Ιωάννης Γριπιώτης
 
 «…και γιατί παρακαλώ θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί οτιδήποτε στο μυαλό μου με το άκουσμα του ζωγράφου;», αναρωτήθηκα.
 
Ακόμη ένα απρόσμενο ταξίδι. Λίγες ανάσες και έπειτα δίχως να το καταλάβω βρισκόμουν στο επόμενο πλοίο για Κρήτη! Ξεφύλλιζα μ’ ενδιαφέρον το βιβλίο που μόλις αγόρασα και αφορούσε την ζωή του μεγάλου ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Από ‘κει έμαθα ότι γενέτειρα του ήταν είτε το Ηράκλειο είτε το χωριό Φόδελε, κι ότι είδε το φώς της ζωής το 1541. Στοιχεία για την μητέρα του δεν υπάρχουν.  Ήταν δευτερότοκος γιός και ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος και επαγγέλονταν έμπορος. Όπως τονιζόταν στην βιογραφία του, ο Δομίνικος είχε σε νεαρή ηλικία έναν αποτυχημένο γάμο, ωστόσο η ταυτότητα της γυναίκας εκείνης παραμένει ένα μυστήριο. Σε αντίθεση με τον αδερφό του Μανούσο που έγινε έμπορος, αυτός εκπαιδεύτηκε ως αγιογράφος. Άλλωστε είχε θείο ορθόδοξο ιερέα και  πιθανότητα να πήρε την ώθηση απ’ αυτόν. Και στ΄ αλήθεια ήταν τόσο ταλαντούχος που τελικά συνέχισε τις σπουδές του σε Βενετία και Ρώμη κοντά σε καλλιτέχνες όπως ο Τιτσιάνο και ο Τιντορέττο…
 
Σταμάτησα καθώς συνειδητοποίησα πως πλησιάζαμε στο Ηράκλειο. Μου φάνηκε σα να πέρασε ένας αιώνας από το τότε που ξαναπάτησαν τα πόδια μου στεριά, και το πρώτο που έκανα ήταν να βρω το ταχυδρομείο. Σε είκοσι λεπτά ήμουν εκεί, με την ευγενική υπάλληλο να μ’ οδηγεί στον αριθμό που της υπέδειξα μαζί με την ταυτότητα και το κλειδί μου. Έμεινα μόνος. Έτρεμαν τα χέρια μου. Ένα τελευταίο κλικ κι από μέσα εμφανίστηκε ένα ακριβό, ταλαιπωρημένο τετράδιο, ένα δερμάτινο γεμάτο πουγκί κι ένας χαρτοφύλακας που περιείχε διάφορα έγγραφα μέσα του. Έβαλα όλα τα πράγματα στην τσάντα κι έφυγα ψάχνοντας για το κοντινότερο ξενοδοχείο με διαθέσιμο δωμάτιο, πράγμα που αποδείχθηκε άθλος!
 
Ένα κρύο ντους και ήμουν έτοιμος. Στρώθηκα στο κρεβάτι και άπλωσα στο σεντόνι όλα μου τα ευρήματα: Από το πουγκί έβγαλα 2 κλειδιά, το ένα έμοιαζε κατά πολύ περισσότερο χρησιμοποιημένο απ’ το άλλο. Έπειτα προχώρησα στο παλιό, πολυτελές τετράδιο που φιλοξενούσε στις σελίδες του αναρίθμητα ονόματα, ημερομηνίες καθώς και σύντομες σημειώσεις. Τα άφησα στην άκρη για ν’ ανοίξω αυτό που φάνταζε ως το σημαντικότερο: τον χαρτοφύλακα που ίσως περιείχε την κληρονομιά του θείου μου. Στο πρώτο φύλλο χαρτί της στοίβας έστεκε καρφιτσωμένο ένα σημείωμα που έγραφε:
 
«Η αποστολή μου τελειώνει εδώ. Μην με αναζητήσετε. Υπηρετούμε εκατοντάδες χρόνια τώρα την σεβάσμια οικογένεια σας.
ΥΓ. Στην κατοχή σας βρίσκονται τα συμβόλαια ιδιοκτησίας της οικίας του θείου σας στο Τολέδο της Ισπανίας. Έχετε δύο κλειδιά. Το ένα για την είσοδο και τ’ άλλο για το κλειδωμένο πατάρι. Το μυστικό που υπάρχει εκεί  προφυλάχτηκε τόσους αιώνες μονάχα γι’ αυτή τη στιγμή. Στο αεροδρόμιο θα σας περιμένει ένας καλός φίλος ονόματι Χορχέ Μανουέλ.
Ο Θεός μαζί σας.
Ιωάννης Γριπιώτης»
 
Ξαναπήρα στα χέρια το τετράδιο κι άρχισα να διαβάζω παραξενεμένος τα ονόματα και τις ημερομηνίες. Η πρώτη εγγραφή ανέφερε με λέξεις λιτές μια ολάκαιρη τραγωδία:
 
10.11.1561 Φόδελε – Έρχονται εις γάμου κοινωνία ο Δ.Θ. με την Μυρσίνη Αργυροπούλου. Γεννήθηκε τέκνον άρρεν. Θανούσα μητέρα.
Το νεογέννητο απομακρύνθηκε βιαίως από την μέριμνα του Δ.Θ. που εστί ο φυσικός του γονέας, κατ” εντολή του Νικόλαου Αργυρόπουλου, πατέρα της Μυρσίνης Αργυροπούλου.
Εδόθην στην επιμέλεια του μοναχικού τάγματος του Αγίου Νικολάου.
Το νεογνό ονομάστηκε Γεώργιος και μόνασε ως το πεντηκοστό τρίτο του έτος στην ανωτέρω Μονή….»
 
Γιώργος Αργυρόπουλος….”, επανέλαβα ψιθυριστά με έκπληξη για την συνωνυμία και έμεινα να διαβάζω μ’ ενδιαφέρον την συνέχεια:
 
«Το 1614 παραιτήθηκε από Ηγούμενος της Μονής και μετανάστευσε στο Τολέδο, όπου και πέθανε το 1634.
 
Συνέχισα με τον ίδιο ζήλο την ανάγνωση, ώσπου εκεί που βάραιναν τα βλέφαρα από τη νύστα, σα να χτύπησε καμπάνα στ’ αυτιά μου και τινάχτηκα ευθύς επάνω: Στις στερνές σελίδες του βιβλίου ανακάλυψα καταγεγραμμένους τον προπάππου μου, τον παππού , τον πατέρα μου κι εμένα! “Δίχως άλλο, αυτό είναι το γενεαλογικό μου δέντρο”, σκέφθηκα, θέλοντας παράλληλα να βρεθώ εκεί που ήταν οι απαντήσεις. Έπιασα αμέσως το κινητό μου τηλέφωνο κι αναζήτησα κάποιο τουριστικό γραφείο. Παρά την “αλμυρή” τιμή που μου είπαν, έκλεισα θέση για την επόμενη πτήση που ήταν προγραμματισμένη σε τρείς μέρες.
 
Πέρασε αέρας ο καιρός και να ‘μαι στο αεροδρόμιο έχοντας ανά χείρας μια βαλίτσα και το βιβλίο που αγόρασα τις προάλλες με την ζωή του μεγάλου έλληνα ζωγράφου. Μετρώντας αντίστροφα τις ώρες μέχρι το επόμενο σταθμό μου, προτίμησα ν’ απολαύσω τις στιγμές βυθισμένος στις σελίδες του. Συνεχίζοντας από “ κει που είχα σταματήσει, έμαθα ότι: “Το 1577 βρίσκεται στην Μαδρίτη με επόμενο και τελευταίο σταθμό το Τολέδο. Εκεί συνεχίζει την πλούσια καλλιτεχνική του δράση και την ίδια εποχή αποκτά με την Χερόνιμα ντε λας Κουέβας ένα γιό, τον Χόρχε Μανουέλ…”. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο μου. Δε χρειάστηκε πολύ για να συνειδητοποιήσω πώς κάποιος με το ίδιο όνομα θα περίμενε να με υποδεχτεί στο αεροδρόμιο. Παράξενες όλες αυτές οι συμπτώσεις ονομάτων, πραγματικά!
 
Προσγειώθηκα και αμέσως αντιλήφθηκα στην αίθουσα υποδοχής έναν άνδρα που εξωτερικά ομολογώ ότι μου έμοιαζε πολύ και κρατούσε μια ταμπέλα με τ’ όνομα μου. Κατευθύνθηκα σ’ αυτόν και με καλωσόρισε με μια φιλική αγκαλιά κι ένα χαμόγελο, θαρρείς και γνωριζόμασταν καιρό. Μου έδωσε σε σπαστά ελληνικά τα συλλυπητήρια του για το χαμό του θείου μου και έβαλε στη χούφτα μου το νούμερο του τηλεφώνου του καθώς μ’ επιβίβαζε σ’ ένα ταξί για το Τολέδο.
 
«Θ’ ανταμώσουμε μετά Φίλε μου» σημείωσε αποχαιρετώντας με.
 
Μετά από ώρες ήμουν επιτέλους στο νέο μου σπίτι, άνοιγα την πόρτα και βρισκόμουν μπρός στις απαντήσεις που αποζητούσα. Το νεοκλασικό κτίριο ήταν καλά διατηρημένο, με μια αίσθηση δημιουργικής ησυχίας στον αέρα του. Δίχως χρονοτριβή κατευθύνθηκα στο κλειδωμένο πατάρι. Το φώς λιγοστό, γι’ αυτό αναζήτησα στον τοίχο και ενεργοποίησα τον διακόπτη της λάμπας. Στο τραπεζάκι μπρός μου υπήρχαν δύο φάκελοι: Ο ένας για ‘μένα εκ μέρους του θείου μου και ο άλλος με τα γνώριμα πια καλλιγραφικά αρχικά «Δ.Θ.».
 
Παραπέρα έστεκε καλυμμένος με λευκό πανί ένας πίνακας και στα πόδια του καβαλέτου που τον φιλοξενούσε, ένα καστανοκόκκινο ξύλινο κιβώτιο που είχε πάνω του χαραγμένους 2 ανάγλυφους σταυρούς και ανάμεσα τους τα δύο γράμματα της σφραγίδας.
Άνοιξα τρέμοντας από συγκίνηση το γράμμα του θείου μου:
 
«Ανιψιέ μου.
Όπως θα’ χεις ήδη καταλάβει στην διάρκεια της σύντομης περιπέτειας σου, είμαστε απόγονοι του μεγάλου ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλο, από το γένος του υιού που απέκτησε στον πρώτο του ατελέσφορο γάμο. Ήδη συμβουλεύτηκες το παλαιό βιβλίο και γνωρίζεις.
Στον άλλο φάκελο περιέχεται η ιδιόχειρη διαθήκη του προγόνου μας που για τέσσερις αιώνες είμαστε οι μόνοι που την γνωρίζουμε και την διατηρούμε μυστική. Σε αυτήν εξηγεί πως παρά την φυγή του απ’ το νησί, μάθαινε συνεχώς νέα απ’ το παιδί του, μέσω ενός έμπιστου ανθρώπου που είχε τοποθετήσει στο μοναστήρι ο θείος του ο Παπάς. Γι’ αυτό δε παντρεύτηκε την Χερόνιμα ντε λας Κουέβας, έστω κι αν στον γιό του Χόρχε εξομολογήθηκε την στερνή στιγμή όλη την αλήθεια ζητώντας να γίνει το θέλημα του. Του παρήγγειλε ο τελευταίος του πίνακας με τ’ όνομα «Το κλειδί του Παραδείσου» μαζί με την οστεοθήκη του, να μείνουν κρυφά και υπό την προστασία του πρωτότοκου υιού του που μόναζε στη Κρήτη. Του εξομολογήθηκε και σημάδια με τα οποία θα τον έπειθε για την αλήθεια τον λόγων του, προσκαλώντας τον να μεταβεί άμεσα στο Τολέδο. Τέτοια γεγονότα ήταν το κρυφό σημάδι εκ γενετής που είχε ο μοναχός στο δεξί του μηρό, μυστικά της θανούσας μητέρας του, αλλά και το πόσο πολύ έμοιαζε στον πατέρα του Δομήνικο. Ο ίδιος ήθελε τόσο ο πίνακας όσο και τα οστά του να παραμείνουν για 400 χρόνια εκεί πριν γίνουν σε όλους γνωστά και γυρίσουν ξανά στη μητέρα πατρίδα. Αυτή ήταν η μοίρα της γενιάς μας…
Τα 400 χρόνια συμπληρώθηκαν εφέτος.
Τώρα ξέρεις γιατί βρίσκεσαι εδώ και τι πρέπει να κάνεις»
 
Κινήθηκα προς τον καλυμμένο πίνακα και ρίχνοντας το σκέπασμα κάτω, θαρρείς και μ’ άγγιξε το χέρι Του Θεού, καθώς έγινα μάρτυρας σε μια σκηνή κατά την οποία παρέδιδε στους Ανθρώπους το κλειδί του Παραδείσου…. Ένα ρίγος διαπέρασε την ψυχή μου… Ήταν οι μορφές, τα εκφραστικά πρόσωπα, τα χρώματα που έπαιρναν ζωή και μου μιλούσαν…
 
Γονάτισα και πήρα στην αγκαλιά μου με δέος την ξύλινη οστεοθήκη ψιθυρίζοντας:
 
«Γενηθήτω το θέλημα σου πατέρα Δομήνικε Θεοτοκόπουλε….»
 
Θεόφιλος Γιαννόπουλος